'τᾶν

ἀ̱τᾶν , ἄτη
bewilderment
fem gen pl (doric aeolic)
ἐτᾶν , ἔται
clansmen
masc gen pl (doric aeolic)
ἐτᾶν , ἔτης
clansmen
masc gen pl (doric aeolic)
ἐτᾶν , ἐτάζω
examine
fut part act masc voc sg (doric aeolic)
ἐτᾶν , ἐτάζω
examine
fut part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic)
ἐτᾶν , ἐτάζω
examine
fut part act masc nom sg (doric aeolic)
ἐτᾶν , ἐτάζω
examine
fut inf act

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • τάν — τάς ΝΜΑ (δωρ. τ. αιτ. και γεν. τού θηλ. άρθρ. αντί τήν, τῆς) φρ. «ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾱς» α) (παρακελευσματική φράση που έλεγαν οι Σπαρτιάτισσες μητέρες στους γιους τους όταν έφευγαν για τον πόλεμο) ή νικητής να φέρεις πίσω την ασπίδα αυτή ή να… …   Dictionary of Greek

  • ταν — (I) (τἀν) Α (στους αττ. συγγραφείς) κράση τού τὰ ἐν. (II) το, Ν (ακλ.) μετρολ. κινεζική μονάδα βάρους, ισοδύναμη με 60,5 χιλιόγραμμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κινεζ. tan1] …   Dictionary of Greek

  • τᾶν — ὁ lentil masc/fem gen pl (doric) τᾶν sir indeclform (indecl) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ταν — Α κρητ. τ. τού Ζεύς …   Dictionary of Greek

  • 'ταν — ἔτᾱν , ἔτης clansmen masc acc sg (epic doric aeolic) ἔταν , ἔτης clansmen masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'τάν — ἔτᾱν , ἔτης clansmen masc acc sg (epic doric aeolic) ἔταν , ἔτης clansmen masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἀν — ἐν , ἐν in proclitic indeclform (prep) ἐν , εἰς into doric aeolic (proclitic indeclform prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τἄν — ἄν , ἄν 1 he came indeclform (particle) ἄ̱ν , ἄν 2 attic (indeclform conj) ἄν , ἀνά on board poetic indeclform (prep) ἄν , ἐάν if haply contr indeclform (conj) ἔν , ἐν in proclitic indeclform (prep) ἔν , εἰμί sum imperf ind act 3rd pl (epic) ἔν …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τάν — τά̱ν , ὁ lentil fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταν(ν)ίνη — η, Ν (βιοχ. χημ. τεχνολ.) συλλογική ονομασία ομάδας υποκίτρινων έως ανοικτόφαιων ουσιών σε μορφή σκόνης, φολίδων ή σπογγώδους μάζας, ευρύτατα διαδεδομένων σε φυτά, οι οποίες χρησιμοποιούνται, κυρίως, στη βυρσοδεψία, στη βαφή υφασμάτων, στην… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.